Μια ζωή γεμάτη σχέδια

Συνέντευξη της Έβης Τουλούπα στο Αρχαιολογία & Τέχνες

Έβη Τουλούπα

Η Έβη Τουλούπα, το γένος Στασινοπούλου, αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή και σπούδασε αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Μια ιταλική υποτροφία τής δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει μαθήματα στο Pontifico Istituto di Archaeologia Christiana στη Ρώμη (1953-1954). Το 1955 αρχίζει να εργάζεται, ως επιστημονική συνεργάτις στο πρόγραμμα του αποκιβωτισμού των αρχαιοτήτων στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Στο Εθνικό Μουσείο θα επιστρέψει αργότερα (1965-1973), ως επιμελήτρια της Συλλογής Χαλκών. Στο μεταξύ, μετά από διαγωνισμό που προκήρυξε η Αρχαιολογική Υπηρεσία το 1960, τοποθετείται ως επιμελήτρια στην Εφορεία Επτανήσου με έδρα την Κέρκυρα. Στη συνέχεια (1963-1965) εκτελεί χρέη προϊσταμένης στους νομούς Βοιωτίας και Φθιώτιδας με έδρα τη Θήβα. Το 1973 τη βρίσκει προϊσταμένη στην Αρχαιολογική Εφορεία της Ηπείρου με έδρα τα Ιωάννινα. Με επιμελητή τον Ντίνο Τσάκο περιοδεύουν όλη την περιοχή διασώζοντας μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους. Στα Γιάννενα θα επανέλθει για άλλα δύο χρόνια (1980-1982).


Το 1975 μετατίθεται στην Γ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και εργάζεται για ένα εξάμηνο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ελευσίνας. Θα αποσπασθεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού ως στενή συνεργάτις του Γενικού Επιθεωρητή Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεως, Δημήτρη Λαζαρίδη. Στη συνέχεια (1976-1980), προϊσταμένη της νεοσύστατης Εφορείας Ευβοίας, συνεργάζεται με τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή για τη διάσωση των τάφων και του Ηρώου στη θέση Τούμπα (Λευκαντί). Στη Σκύρο αναλαμβάνει την επανέκθεση του νέου αρχαιολογικού μουσείου και μια προκαταρκτική έρευνα στον προϊστορικό οικισμό Παλαμάρι.


Το 1978 χάνει σε τροχαίο τον σύζυγό της, Τάκη Τουλούπα, που είχε εκτοπιστεί και φυλακιστεί στην περίοδο της δικτατορίας. Έληξαν έτσι «16 χρόνια ευτυχίας».


Στο Βερολίνο το 1979, υπότροφος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, έχει την ευκαιρία να μελετήσει ένα θέμα που την απασχολούσε από παλιά, τα εναέτια γλυπτά του Δαφνηφόρου Απόλλωνα στην Ερέτρια. Το 1982 παρουσιάζει τη μελέτη αυτή ως διατριβή στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ενώ τον ίδιο χρόνο τής ανατίθεται η διεύθυνση της Α΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Η δουλειά της θα γίνει συναρπαστική. Συνεργάζεται με τους αρχιτέκτονες και μηχανικούς που είχαν αναλάβει τα αναστηλωτικά έργα στην Ακρόπολη, συμμετέχει στην Επιτροπή Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως, πείθει την Υπουργό Μελίνα Μερκούρη για την ανάγκη αποκατάστασης του κτηρίου Weiler στο οικόπεδο Μακρυγιάννη προκειμένου να στεγαστεί το Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως. Το 1987 ιδρύθηκε με δική της πρωτοβουλία η Ένωση Φίλων Ακροπόλεως (ΕΦΑ), της οποίας σήμερα είναι επίτιμη Πρόεδρος.


Η διατριβή της εκδόθηκε το 2002, ενταγμένη στη Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας με αριθμό 220. Έχει δημοσιεύσει άρθρα της σε διεθνούς κύρους αρχαιολογικά περιοδικά στα ελληνικά, γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Στη δεκαετία 1990-2000 δημοσίευσε επιφυλλίδες στην εφημερίδα «Τα Νέα». Μια επιλογή συγκεντρώθηκε σε δύο εκδόσεις: α) Από την Πνύκα στο Παγκράτι, Ένωση Φίλων Ακροπόλεως Αθήνα 2004, «για τα 80 χρόνια της Έβης Τουλούπα» και β) Περασμένα και όχι ξεχασμένα, Ωκεανίδα, Αθήνα 2008. Πρόσφατα (2014), από τις εκδόσεις Αρχείο, στη σειρά «Η αρχαιολογία της Αρχαιολογίας», κυκλοφόρησαν αναμνήσεις της με τίτλο: Η ζωή στην Κέρκυρα, 1961-1962.


Η κυρία Έβη Τουλούπα κατοικεί εδώ και 35 χρόνια στην «rive gauche» του Ιλισσού, όπως αποκαλεί τη γειτονιά της. Στη βεράντα της, πλάι σε μια θεριεμένη αρμπαρόριζα, υψώνεται μια κοντούλα λεμονιά, φέτος κατάφορτη από λεμόνια που θα τα κάνει γλυκό. Από τη βεράντα της έχει επίσης μια πανοραμική θέα του βράχου της Ακροπόλεως, του Παρθενώνα και των γερανών του. Και όταν, λέει, έβλεπε ένα γερανό ψηλά φώναζε: «Ξεχάσατε το γερανό όρθιο! Κάτω το γερανό!»


Αγγελική Ροβάτσου: Κυρία Τουλούπα, δεν ήταν κάπως ασυνήθιστη η επιλογή των γονιών σας να σας στείλουν στη Γερμανική;


Έβη Τουλούπα: Ναι, αλλά ο πατέρας μου ήταν οπτικός, επήγαινε καμιά φορά στη Γερμανία, στην Ιένα όπου ήταν τότε το μεγαλύτερο εργοστάσιο γυαλιών, ας πούμε, και μετά στο Μόναχο, γιατί είχε και μια άλλη αντιπροσωπεία με φιλμ, και είχε πολύ θαυμάσει τη Γερμανία, έστω κι αν ήτανε χιτλερική, αλλά αυτό που κατάλαβα ήταν ότι η γερμανική τάξη του άρεσε. Το Δημοτικό το ’κανα στη γειτονιά μας, στην Κυψέλη, και πρέπει να πω ότι ελληνικά, ορθογραφία, έμαθα μ’ ένα δάσκαλο, τον θυμάμαι πάντα τον Χίλαρη – τι σπουδαίο πράγμα ο καλός δάσκαλος! Λοιπόν, η Γερμανική μετά ήτανε βέβαια μακριά. Μέναμε στην οδό Αγίου Μελετίου 5 και το σχολείο ήταν στην οδό Αραχώβης. Στην αρχή, όσο ήμασταν μικρές, στη γειτονιά ήταν κι άλλες δύο και μας πήγαινε ένα ταξί. Αργότερα, πηγαίναμε με το τραμ. Βέβαια, τον τελευταίο χρόνο που ήμουν εκεί, έπεσε η Κατοχή, άλλοι μαθητές φύγανε, πήγε ο πατέρας μου να πει ότι θα πήγαινα σε δημόσιο σχολείο, γιατί δεν είχαμε να πληρώσουμε τα δίδακτρα. Και τότε είπε ο διευθυντής: «Δωρεάν. Δωρεάν η Στασινοπούλου». Φοβήθηκε ο πατέρας μου, κάθισα και τον τελευταίο χρόνο.


Α.Ρ.: Έχετε ευχάριστες αναμνήσεις από τη Γερμανική;


Ε.Τ.: Έχω καλές αναμνήσεις. Νομίζω ότι οι καθηγητές μάλλον δεν ήτανε φανατικοί του κόμματος, ήταν πιθανό να τους είχαν στείλει, έτσι, εξόριστους. Είχαμε και μια ωραία χορωδία, ωραίες γιορτές ιδίως τα Χριστούγεννα, κοντά ήταν η γερμανική εκκλησία με το αρμόνιο, λοιπόν αυτά με γοήτευαν. Είναι ο πολιτισμός ο ευρωπαϊκός. Θέλω να πω ότι, ας πούμε, εγώ που δεν ήμουνα ποτέ καλή στα μαθηματικά, όταν είχαμε έναν Γερμανό μαθηματικό πήρα 19. Ήταν καλοί καθηγητές. Αυτός πάλι που μας έκανε λατινικά, ανέβαινε πάνω στην έδρα και μας έλεγε: «Και τώρα, συστηθείτε!» Στα λατινικά! Μια άλλη μέθοδος. Δεν μπορώ να πω ότι ήξεραν να διαλέξουν καλούς Έλληνες φιλολόγους. Εκεί πέφταν έξω. Δεν ξέρω αν έχετε ακούσει για την Πίτσα Πούμπουρα, ήτανε μια σπουδαία καθηγήτρια φιλόλογος και ίσως σ’ αυτήν το χρωστώ ότι στράφηκα στην αρχαιολογία. Δεν την είχαμε αλλά κάπως ήρθαμε σε μια επαφή και κρατήσαμε για πολλά χρόνια, όσο ζούσε, αυτό τον σύνδεσμο.


Α.Ρ.: Πότε αποφασίσατε ότι θέλετε να σπουδάσετε Αρχαιολογία;


Ε.Τ.: Δεν ξεκίνησα απ’ την αρχή γι’ αυτό. Μ’ άρεσε η εκπαίδευση, έλεγα ότι θα πάω σε σχολείο να διδάξω αλλά όταν μπήκαμε στο Πανεπιστήμιο, μπουλούκι ολόκληρο από τις επαρχίες, οι περισσότεροι θέλανε να πάνε στην επαρχία να γίνουν καθηγητές. Και δεν ήτανε καλοί οι φιλόλογοι που είχαμε, ήτανε εκείνοι οι καθαρευουσιάνοι, οι αρτηριοσκληρωτικοί, ενώ ήταν πολύ καλοί οι καθηγητές της αρχαιολογίας. Ο Μαρινάτος, ο Ζακυθηνός, που βέβαια δίδασκε ιστορία, ο Ορλάνδος, και μας επηρέασε αυτό.


Α.Ρ.: Παρ’ όλο που τότε η Αρχαιολογική Υπηρεσία δεν δεχόταν γυναίκες στις εξετάσεις της.


Ε.Τ.: Βέβαια, δεν δεχόταν, είπαμε κάπου θα πάμε, έστω και στην εκπαίδευση. Αλλά είχα την τύχη, υπήρχε τότε μια ελεύθερη σχολή. Έτσι, τα βράδια, όπως οργανώνει τώρα ομιλίες η Αρχαιολογική Εταιρεία, είχαμε τότε το «Αθήναιον». Μιλούσανε αυτοί που δεν ήσαν πανεπιστημιακοί, ο Καρούζος, ο Χατζιδάκης, και πήγαινα εκεί. Με είδε η κυρία Καρούζου ότι ήμουνα τόσο τακτική εκεί και έδειχνα ενδιαφέρον και μια μέρα μου ’πε: «Ξέρεις, μας δώσανε κάτι λεφτά από το Σχέδιο Μάρσαλ για ν’ αρχίσουμε να βγάζουμε τα πράγματα από τις αποθήκες και να τα επανεκθέσουμε. Θέλεις να ’ρθεις κι εσύ ν’ ανοίγεις κιβώτια; Είναι μια ανθυγιεινή εργασία». Μου το ’πε, γιατί μια άλλη έκτακτη αρχαιολόγος είχε φύγει! Ανοίγαν τα κιβώτια με τ’ αγγεία κι ήτανε μέσα τα χαρτιά και τα μπαμπάκια ματωμένα από τα ποντίκια, βρωμιές ήτανε, σκόνες ήτανε… Αλλά για μένα, που είχα ζήσει στην Κατοχή χωρίς μουσεία, και μόνο να πιάσω αρχαία αντικείμενα στο χέρι μου ήτανε μια ευτυχία. Με πήρανε ημερομίσθια γύρω στο ’54, κάπου εκεί ήτανε, και δούλεψα έξι χρόνια εκεί, στην αρχή με την Αγνή Σακελλαρίου, την βοηθούσα στα προϊστορικά, και μετά μου ανέθεσαν να τακτοποιήσω τα χάλκινα κι έτσι έμαθα πολλά πράγματα γι’ αυτή τη συλλογή, πρέπει να πω. Έζησα μ’ αυτούς τους ανθρώπους που ήταν πολύ εκλεκτοί, και ο Χρήστος Καρούζος και η γυναίκα του, η Σέμνη. Αυτά τώρα που σας λέω, τα έχω δημοσιεύσει στο Ενημερωτικό Δελτίο της Ένωσης Φίλων Ακροπόλεως [τχ. 24, 2013-2014. Επετειακό τεύχος για τα 25 χρόνια της ΕΦΑ αφιερωμένο στην ιδρύτριά της, Έβη Τουλούπα]. Ε, και μετά από αγώνες που κάναμε για να επιτραπεί και στις γυναίκες να δίνουν εξετάσεις, όχι με τον πρώτο διαγωνισμό, με τον δεύτερο ή τον τρίτο αποφάσισα να δώσω κι εγώ.


Α.Ρ.: Διάβασα το μικρό σας βιβλιαράκι για τα χρόνια στην Κέρκυρα. Πολύ γοητευτικό.


Ε.Τ.: Τώρα με πιέζουνε και για άλλα, θα δούμε. Το γήρας μού έφερε μια τεμπελιά. Είμαι 91.


Α.Ρ.: Εύχομαι να ξεπεράσετε κατά πολύ τα 100.


Ε.Τ.: Την τεμπελιά πρέπει να ξεπεράσω γιατί χάνω πολλές ώρες, ιδίως τώρα που δεν βγαίνω πολύ τα απογεύματα, διαβάζω αλλά είναι και μια τεμπελιά. Λοιπόν, πρωτοδιορίστηκα στην Κέρκυρα, όπως το είδατε, εν τω μεταξύ παντρεύτηκα…

<