Μπαγιάτηδες και Χαμουτζήδες

Του Νίκου Σαραντάκου στο sarantakos.wordpress

Εκδόσεις Αρχείο - Μπαγιάτηδες & Χαμουτζήδες

Μπαγιάτηδες είναι οι Θεσσαλονικιοί, βεβαίως, και μάλιστα οι παλιοί Θεσσαλονικιοί, σε αντιδιαστολή με τους νεοφερμένους. Χαμουτζήδες είναι οι Αθηναίοι, όπως τους λένε οι Θεσσαλονικιοί και γενικότερα οι βορειοελλαδίτες -επειδή έρχονται από «χάμου», από τη νότια Ελλάδα, κι επειδή συχνά χρησιμοποιούν τη λέξη «χάμω», που ξενίζει τους Θεσσαλονικιούς που λένε μόνο «κάτω».


Οι δυο λέξεις μαζί, ωστόσο, απαρτίζουν τον τίτλο του βιβλίου που το εξώφυλλό του το βλέπετε αριστερά, και που θα το παρουσιάσω σήμερα. Είχα ήδη κάνει μια πρώτη νύξη πριν από καμιά δεκαριά μέρες, στο άρθρο όπου προτείναμε βιβλία για το καλοκαίρι.


Συγγραφέας είναι ο Χαράλαμπος Α. Μεταξάς, ενώ το βιβλίο εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Αρχείο, με τον οποίο συνεργάζομαι κι εγώ, και για τον λόγο αυτό μου δόθηκε η ευκαιρία να δω το κείμενο όταν βρισκόταν στη φάση της επιμέλειας και να κάνω κάποιες (όχι σημαντικές πάντως) παρατηρήσεις. Έτσι, μπορείτε να θεωρήσετε προκατειλημμένο το άρθρο μου, πολύ περισσότερο που τον συγγραφέα τον ξέρω -όχι με σάρκα και οστά στην πραγματική ζωή, αλλά ως αβατάρα στο slang.gr, του οποίου αποτελεί διακεκριμένο μέλος ο Χαράλαμπος Μεταξάς, με ψευδώνυμο βέβαια.


Το slang.gr είναι βέβαια συλλογικό εγχείρημα, βασισμένο στις αρχές της συλλογικής συγκέντρωσης και επεξεργασίας υλικού, αλλά οι Μπαγιάτηδες και χαμουτζήδες είναι ατομικό έργο, έστω κι αν ο συγγραφέας έχει διαλέξει και παραθέτει ίσως και αυτούσια κάποια λήμματα του θαυμάσιου αυτού ιστότοπου. Πάντως, δεν περιλαμβάνονται όλα τα λήμματα του βιβλίου στο slang.gr, αλλά η βασική επιρροή του ιστότοπου πάνω στο βιβλίο βρίσκεται όχι τόσο στο λημματολόγιο, όσο στο λεξικογραφικό ύφος του βιβλίου, που χαρακτηρίζεται από παιγνιώδη κάποτε αλλά σοβαρή (και όχι σοβαροφανή) πραγμάτευση των λημμάτων, πραγματικά και διασκεδαστικά παραθέματα, σύντομες παρεκβάσεις, προσπάθεια να διανθίζεται η ξερή λεξικογραφική αφήγηση με πνευματώδη σχόλια.

Επειδή κι εγώ στα δικά μου έργα ακολουθώ μια παρόμοια τακτική, χάρηκα το βιβλίο του Μεταξά. Όσο για τη μέθοδό του, τον αφήνω να τα πει ο ίδιος -αντιγράφω το μεγαλύτερο μέρος από τον πρόλογο:


Δύσκολα θα πει κανείς ότι η Θεσσαλονίκη έχει το δικό της ευδιάκριτο γλωσσικό ιδίωμα. Οι Θεσσαλονικείς μιλούν την Κοινή Νεοελληνική και συνεννοούνται μια χαρά με όλους τους άλλους Έλληνες. Υπάρχουν κάποιες διαφορές στην εκφορά μερικών φθόγγων, π.χ. το παχύ λ, το ντ που προφέρεται nd και όχι d· κάποιες διαφορές στις καταλήξεις των ρημάτων (π.χ. στη Θεσσαλονίκη είναι πολύ συνηθέστερο το τραγουδούσαν παρά τοτραγούδαγαν ή το τραγουδάγανε) και κάποιες διαφορές στη διακύμανση της φωνής – οι Σαλονικιοί, ας πούμε, είναι πιθανότερο να κατεβάσουν τον τόνο στο τέλος της πρότασης. Και, βέβαια, υπάρχει και η απόδοση της αρχαίας δοτικής με αιτιατική και όχι με γενική – με έδωσε αντί μου έδωσε. Τελικά, όμως, ακόμη κι αν τα βάλουμε όλα αυτά μαζί, οι αποκλίσεις από την Κοινή δεν είναι μεγάλες.


Μέχρι εδώ, εντάξει. Την ίδια στιγμή, είναι αλήθεια και ότι στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιούνται και κάποιες λέξεις και εκφράσεις που, στην υπόλοιπη Ελλάδα, ειδικά στη Νότια Ελλάδα, δεν λέγονται και που κάποιες τουλάχιστον είναι και άγνωστες. Πιστεύω ότι, πολύ περισσότερο από το λάμδα και από τα σε λέω, με λες, είναι αυτές οι λέξεις και εκφράσεις που δίνουν στην ομιλία των Σαλονικιών το όποιο ιδιαίτερο τοπικό χρώμα έχει. Και είναι αυτές τις λέξεις και εκφράσεις που αυτό το βιβλιαράκι προσπαθεί να καταγράψει.


Τι μπορούμε να πούμε έτσι γενικά γι’ αυτές τις λέξεις και εκφράσεις; Πρώτον, ότι δεν είναι πάρα πολλές. Στις επόμενες σελίδες υπάρχουν γύρω στις εκατόν είκοσι. Έχω υπόψη μου το πολύ άλλες τόσες που για κάποιο λόγο δεν συμπεριέλαβα – σε ορισμένες περιπτώσεις γιατί δεν ήμουν σίγουρος ότι οι Σαλονικιοί νομιμοποιούνται να τις θεωρούν δικές τους (π.χ. τζερτζελές, δερβίσης) και σε άλλες γιατί, πέρα από τι σημαίνουν, δεν θα είχα να πω πολλά περισσότερα (π.χ. σότα, ταπόνι). Όμως, είτε είναι εκατό είτε είναι διακόσιες, δεν έχει μεγάλη σημασία – για τέτοια τάξη μεγέθους μιλάμε.


Δεύτερον, ότι, με κριτήριο από πού προέρχονται και σε τι αναφέρονται, ένα μεγάλο ποσοστό εμπίπτει σε τρεις-τέσσερις κατηγορίες: φαγητό (π.χ. αλοιφή, ντουζλαμάς), ποδόσφαιρο (π.χ. σκουλήκια, αμπαλαέα), η Αθήνα (π.χ. Αθηνέζος, χαμουτζής), η Θεσσαλονίκη (π.χ. ντονμές, τσινάρι). Αυτό δεν είναι τυχαίο. Όλα αυτά είναι θέματα που απασχολούν σοβαρά τους Σαλονικιούς και οι απόψεις τους γι’ αυτά τα θέματα, σε κάποιο βαθμό, τους προσδιορίζουν, ειδικά απέναντι στους Αθηναίους. Τρίτον, ότι πολλές από αυτές τις λέξεις και εκφράσεις έχουν τούρκικες ρίζες. Αυτό είναι αναμενόμενο – οι Τούρκοι έμειναν στη Θεσσαλονίκη πεντακόσια χρόνια, δεν έχουν περάσει ούτε εκατό χρόνια που έφυγαν με τις ανταλλαγές των πληθυσμών και, όταν έφυγαν, ήρθαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που πολλοί ήξεραν τούρκικα. Ενώ, όμως, οι τούρκικες επιρροές παραμένουν πολλές και προφανείς, οι επιρροές από τα λαντίνο, που κι αυτά μιλιόνταν στην πόλη από τους Εβραίους επί πεντακόσια χρόνια, ή από τις σλαβικές γλώσσες, που επί Οθωμανών μιλιόνταν εκτεταμένα στην ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης, είναι συγκριτικά ελάχιστες. Τέταρτον, ότι ορισμένες από αυτές τις λέξεις και εκφράσεις δεν λέγονται μόνο στη Θεσσαλονίκη. Κάποιες (π.χ. χαλαρά, μπουγιουρντί) έχουν πια υιοθετηθεί πανελλαδικά. Άλλες (π.χ. γιαβρί μου, μουχαμπέτι) είναι μικρασιάτικες και κωνσταντινουπολίτικες και λέγονται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας όπου οι κοινότητες με προσφυγική καταγωγή διατηρούν στοιχεία της ιστορικής γλωσσικής τους ιδιαιτερότητας. Και μερικές (π.χ. τσαΐρι, ντουρντουβάκι) είναι γενικά βορειοελλαδίτικες παρά αυστηρά σαλονικιές.


Πέμπτον, ότι οι λέξεις και εκφράσεις που δίνουν το ιδιαίτερο χρώμα στην ομιλία των Σαλονικιών δεν είναι κάτι το στατικό. Στις επόμενες σελίδες υπάρχουν λέξεις παλιές που χρησιμοποιούνται σπάνια πια και τείνουν προς εξαφάνιση (π.χ.ολούρμο, μουσλούκι) και υπάρχουν και νεολογισμοί (π.χ. ζαρτ, σβηστά). Υπάρχουν, βέβαια, και διαχρονικά σταθερές αξίες (π.χ. μπαγιάτης, καρντάσι).


Προς το τέλος του βιβλίου υπάρχει κι ένα μικρό παράρτημα, ας πούμε, με λέξεις που χρησιμοποιούν άλλοι, κυρίως Αθηναίοι, για να χαρακτηρίσουν τη Θεσσαλονίκη και τους Θεσσαλονικείς. Οι λέξεις αυτού του τύπου (π.χ. Βούλγαροι, φραπεδούπολη) τους Σαλονικιούς, σε γενικές γραμμές, τους εκνευρίζουν.


Όχι ακριβώς λεξικό (αφού δεν έχει το σύνολο των ξεχωριστών λέξεων του ιδιώματος της Θεσσαλονίκης), μάλλον γλωσσικός οδηγός, ή ίσως ανθρωπολογικός οδηγός των Θεσσαλονικιών με όχημα τη γλώσσα, ίσως αυτή να είναι ακριβέστερη περιγραφή για το βιβλίο του Μεταξά.


Να δούμε κι ένα ολόκληρο λήμμα -και νομίζω ότι το καταλληλότερο είναι, ακριβώς, το λήμμα «μπαγιάτης».



μπαγιάτης


Ο παλιός, ο βέρος Σαλονικιός. Είναι το σαλονικιό αντίστοιχο αυτού που στην Αθήνα αποκαλείται γκάγκαρος.


Παλιότερα, για να χαρακτηρισθεί κανείς μπαγιάτης έπρεπε να προέρχεται από μια οικογένεια που για γενιές ζούσε στην πόλη – και μάλιστα στην «εντός των τειχών πόλη», έκφραση που στη Θεσσαλονίκη αποτελεί κυριολεξία. Ο χαρακτηρισμός, σημειωτέον, αφορούσε μόνο τους Έλληνες Ορθόδοξους κατοίκους. Από την δεκαετία του 1920 και μετά, ο όρος κυρίως διέκρινε τους ντόπιους από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Με την πάροδο του χρόνου, η σημασία διευρύνθηκε και πλέον σημαίνει κάποιον που έχει γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη από γονείς Σαλονικιούς, σε αντιδιαστολή με τους πιο νεόφερτους που ήρθαν στην πόλη με τα διαδοχικά κύματα της αστυφιλίας – τα τελευταία 50 χρόνια ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης έχει σχεδόν τετραπλασιασθεί.


Πέρα όμως από την καταγωγή, η λέξη μπαγιάτης χαρακτηρίζει και μια νοοτροπία. Ο μπαγιάτης, για παράδειγμα, έχει μια σιγουριά ότι καλύτερα από τη Θεσσαλονίκη – και τη Χαλκιδική – δεν θα βρει πουθενά. Είναι συντηρητικός, όχι απαραίτητα στις πολιτικές και κοινωνικές του απόψεις, αλλά με την έννοια ότι είναι δύσπιστος απέναντι σε πράγματα νεόκοπα, μοδάτα και φαντεζί. Αυτή η δυσπιστία φτάνει την καχυποψία όταν έχει να κάνει με τους «κάτω», τους Αθηναίους – ο μπαγιάτης θεωρεί τον εαυτό του βαρύ και κλειστό αλλά συγχρόνως κιμπάρη και ντόμπρο, ενώ για τους Αθηναίους, για τους οποίους αναγνωρίζει ότι είναι πιο ανοιχτοί και πιο αλέγκροι, πιστεύει ότι είναι επιπόλαιοι και άνθρωποι στους οποίους δεν μπορείς να στηριχτείς. Και ο μπαγιάτης, που πέρα από δύσπιστος είναι και ράθυμος και αραχτός, δεν μπορεί να καταλάβει πώς γίνεται να υπάρχουν άνθρωποι, Αθηναίοι συνήθως, που είναι διατεθειμένοι να οδηγήσουν δεκάδες χιλιόμετρα για να πάνε να φάνε σε ένα τρέντι, αλλά αβέβαιης ποιότητας, καινούργιο εστιατόριο – ο ίδιος προτιμάει αυτό που ξέρει, ιδανικά κάπου πολύ κοντά στο σπίτι του για να μη χάσει και τον μεσημεριανό του ύπνο που επιβάλλεται, άλλωστε, και από το βαρύ κλίμα της Θεσσαλονίκ