Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ

Του Νίκου Σαραντάκου στο sarantakos.wordpress



Κώστας Βάρναλης

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου επιμέλεια, το βιβλίο του Κώστα Βάρναλη «Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ», που περιέχει τις εντυπώσεις του ποιητή από την επίσκεψή του στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1934. (Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο είχαν κυκλοφορήσει πέρυσι τα Γράμματα από το Παρίσι, ανταποκρίσεις του Βάρναλη στην εφημ. Πρόοδος το 1926, πάλι σε δική μου επιμέλεια).


Ο Βάρναλης είχε προσκληθεί από την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων, μαζί με τον Δ. Γληνό αλλά και με δεκάδες άλλους συγγραφείς από καπιταλιστικές και αναπτυσσόμενες χώρες, να παρακολουθήσει το πρώτο Συνέδριο της Ένωσης. Με την επιστροφή του στην Αθήνα, άρχισε να δημοσιεύει τις εντυπώσεις του στην εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος», μια κεντροαριστερή, θα λέγαμε σήμερα, εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, που την εξέδιδε ο Κ. Αθάνατος από το 1930 έως το 1938. Ως τον Οκτώβριο του 1933, διευθυντής του Ε.Α. ήταν ο Δημ. Πουρνάρας, του Αγροτικού Κόμματος, και σε αυτόν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό ο φιλοαριστερός προσανατολισμός της εφημερίδας, που εκδηλωνόταν κυρίως σε διεθνές επίπεδο, με άρθρα φιλικά προς την ΕΣΣΔ και εναντίον του Χίτλερ που τότε βρισκόταν στα πρόθυρα της εξουσίας στη Γερμανία.


Τον μεσοπόλεμο, σε έναν κόσμο όπου δεν υπήρχε η επαφή με άλλες χώρες και πολιτισμούς, που σήμερα την εξασφαλίζουν σε πρωτόγνωρα επίπεδα η τηλεόραση, το Διαδίκτυο και τα ντοκιμαντέρ, άνθιζε η ταξιδιωτική λογοτεχνία που πρόσφερε τέτοιες εικόνες στο αναγνωστικό κοινό. Και μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 και την εγκαθίδρυση του σοβιετικού καθεστώτος, ένας ιδιαίτερος τομέας της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας ήταν οι επισκέψεις στην ΕΣΣΔ, από δημοσιογράφους, λογοτέχνες ή επιστήμονες που επισκέπτονταν τη χώρα για να περιγράψουν το πρωτόγνωρο πείραμα που πραγματοποιόταν εκεί, και που το δυτικοευρωπαϊκό κοινό δεχόταν, ανάλογα, με ελπίδα ή με φόβο αλλά πάντως με άσβεστο ενδιαφέρον. Βέβαια, πολλές από τις ανταποκρίσεις ήταν εντυπωσιοθηρικές ή και σκανδαλοθηρικές, π.χ. με θέμα τον «ελεύθερο έρωτα» ή την «κοινοκτημοσύνη των γυναικών» στην ΕΣΣΔ.


Από την Ελλάδα ξεχωρίζουν οι δυο επισκέψεις του Καζαντζάκη που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλίο, ενώ το 1930 βιβλίο εξέδωσε και ο γιατρός Γιάννης Αντωνιάδης που είχε βρεθεί στην ΕΣΣΔ για επιστημονικούς λόγους («Η ζωή όπως την είδα στις σοβιετικές χώρες»), ενώ πάρα πολλές ήταν και οι δημοσιογραφικές επισκέψεις. Ο Ελεύθερος Άνθρωπος δημοσίευσε επί έξι ολόκληρους μήνες, το 1931, τις εντυπώσεις του «ρωσομαθούς απεσταλμένου» του Αλέξη Παπαγεωργίου, ενώ νέα σειρά εντυπώσεων του ίδιου απεσταλμένου δημοσιεύτηκαν στην ίδια εφημερίδα από τον Δεκέμβριο του 1932 έως τον Μάρτιο του 1933. Μάλιστα, ο Ριζοσπάστης αμφισβήτησε όχι απλώς την αλήθεια των εντυπώσεων αλλά και αυτή καθαυτή την ύπαρξη του Αλέξη Παπαγεωργίου, υποστηρίζοντας ότι στην πραγματικότητα τα άρθρα τα έγραφε ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας, ο Κ. Αθάνατος από το γραφείο του στην Αθήνα και δημοσιεύοντας, ως απάντηση, τις εντυπώσεις κομμουνιστών εργατών που είχαν επισκεφτεί την ΕΣΣΔ.


Το 1934 ήταν μια μεταιχμιακή χρονιά για την ΕΣΣΔ και το κομμουνιστικό κίνημα· παρόλο που επίσημα η Κομμουνιστική Διεθνής ακόμα ακολουθούσε την ακροαριστερή γραμμή της άρνησης κάθε συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία στη Γερμανία είχαν αρχίσει οι διεργασίες που έμελλε τον επόμενο χρόνο να οδηγήσουν στην επίσημη αλλαγή γραμμής στο 7ο συνέδριο της Κ.Δ. (Ιούλιος 1935), βάσει της οποίας καθήκον των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν να επιδιώξουν πλατιά αντιφασιστικά λαϊκά μέτωπα σε κάθε χώρα. Η συνεργασία του Βάρναλη με τον Ελεύθερο Άνθρωπο εικάζω ότι είχε τη συγκατάθεση της ηγεσίας του ΚΚΕ, ακριβώς με τον στόχο αυτή η ευνοϊκή για την ΕΣΣΔ αρθρογραφία να διαβαστεί από πλατύτερα στρώματα και όχι μόνο από τους (πεπεισμένους) αναγνώστες του Ριζοσπάστη.


Το 1934 ο Βάρναλης μόλις είχε ολοκληρώσει τη «δημιουργική δεκαετία» του, όπως την αποκαλεί ο Γιάννης Δάλλας, κατά την οποία έδωσε τα πιο σημαντικά έργα του. Είχε καταξιωθεί στην πνευματική ζωή της χώρας ως ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες και συμμετείχε στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες στο πλευρό του ΚΚΕ, αν και δεν ήταν μέλος του κόμματος (και δεν έχει επιβεβαιωθεί αν έγινε ποτέ μέλος του).


Οι εντυπώσεις από τη Μόσχα δεν είναι βεβαίως λογοτεχνία· είναι δημοσιογραφία, ωστόσο δεν παύουν να είναι γραμμένες από την πένα του Βάρναλη. Ασφαλώς, ο πεπεισμένος κομμουνιστής Βάρναλης γράφει για να πείσει τους αναγνώστες του για την υπεροχή του σοβιετικού συστήματος και για την ανάγκη εγκαθίδρυσης ανάλογου καθεστώτος και στην Ελλάδα και, θέλοντας να φτάσει σε όσο το δυνατόν πλατύτερο κοινό, διάλεξε όχι το κομματικό όργανο, τον Ριζοσπάστη, αλλά μια «αστική», έστω και αριστερίζουσα, εφημερίδα με πολύ μεγαλύτερη κυκλοφορία. Απευθυνόμενος σε αυτό το πλατύτερο κοινό, ο Βάρναλης είναι πιο συγκρατημένος στη φρασεολογία του, αποφεύγει κάποιες «χαρακτηρισμένες» λέξεις της κομμουνιστικής ιδιολέκτου, αλλά δεν κρύβει την τοποθέτησή του.


Εκφράζεται με θαυμασμό για τα επιτεύγματα της χώρας των Σοβιέτ και οι όποιες κριτικές παρατηρήσεις του είναι δευτερεύουσες έως αμελητέες και περισσότερο αφορούν τις διαφορές ιδιοσυγκρασίας του ρωσικού και του ελληνικού λαού. Παράλληλα, ειρωνεύεται συχνά την αρθρογραφία των ελληνικών εφημερίδων, οι οποίες περιέγραφαν την ΕΣΣΔ σαν κόλαση.


Ανυπόκριτος από την άλλη πλευρά είναι ο θαυμασμός του για την φροντίδα του σοβιετικού καθεστώτος για το παιδί. «Γι’ αυτό το παιδί δουλεύει και θυσιάζεται όλη η σημερινή γενεά, γι’ αυτό το παιδί το Σοβιετικό καθεστώς είναι αληθινός… ‘Παράδεισος’», γράφει σε ένα σημείο.


Το στιγμιότυπο του εξωφύλλου, που προέρχεται από την επίσκεψη σε έναν παιδικό σταθμό στα περίχωρα της Μόσχας, το περιγράφει ως εξής: Είδαμε πρώτα-πρώτα πώς ένα αδιάθετο μωρό το θερμομετρούσε η νοσοκόμα. Είδαμε ύστερα -αχ! βοηθήστε, Μούσες του Ελικώνα, να περιγράψω αυτό που είδαμε. Σ’ ένα δωμάτιο καμιά δεκαριά πιτσιρίκοι κάθονται γύρω-γύρω στα γιογιό τους και είναι αφοσιωμένα στην υψηλή λειτουργία της ομαδικής… εντεροκατανύξεως. Μια παραμανίτσα τα επιτηρεί. Το καθένα τους έχει μπροστά τους τα παιχνιδάκια του και παίζει. «Το τερπνόν μετά του… τερπνού» και… κολεχτιβισμός κι αυτού!


Μερικά άλλα αποσπάσματα:


Ας συνεχίσουμε τον περίπατό μας στο δρόμο. Λένε πως κάθε φυλή έχει την ιδιαίτερη μυρωδιά της. Το ίδιο και κάθε πόλη. Τη μυρωδιά της Αθήνας την ξέρουν όσοι την ανασάνανε και… «επέζησαν». Η μυρωδιά της Μόσχας είναι… η λαχανίλα.


Σε ρεστοράν, σπίτια, εργοστάσια, σχολεία, μαγειρεύεται σχεδόν κάθε μέρα το εθνικό φαγί των Ρώσων, το μπορς, «ο μέλας ζωμός» των Σπαρτιατών του Βορρά. Φαγί χορταστικό, θερμαντικό και φτηνό για τη φτωχολογιά. Λάχανο και πατάτα είναι από τα πιο χρειαζούμενα ζαρζαβατικά για το ρούσικο πλήθος.


Ακόμα και το Πανεπιστήμιο της Μόσχας μυρίζει λάχανο!


Ή:


Το ένστιχτο του στολισμού και της πολυτέλειας, που υπάρχει σ’ όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και που πολλοί αισθητικοί το θεωρούνε για πηγή της καλλιτεχνικής δημιουργίας, είχε για πολλά χρόνια ατονήσει εδώ στη Ρωσία. Η επανάσταση, ο εμφύλιος πόλεμος, η πείνα, οι θεληματικές θυσίες για την επιτυχία του α΄ πεντάχρονου σχεδίου δεν ήτανε καθόλου οι ευνοϊκές συνθήκες για την ικανοποίηση ανώτερων αναγκών. Και τώρα ακόμα, που οι προσπάθειες για τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση απορροφούν όλες τις υλικές και ψυχικές δυνάμεις της Χώρας, είδαμε πως η πολυτέλεια δεν είναι ακόμα δυνατή. Έτσι η ίδια η ψυχή βρήκε μια διέξοδο για να ικανοποιηθεί. Είναι η μέχρι μανίας αγάπη των λουλουδιών, που χαραχτηρίζει τους σημερινούς προλετάριους. Με λίγα καπίκια αγοράζει κανείς μερικά λουλούδια από τα υπαίθρια ανθοπωλεία, που στήνουνε… το καρτέρι τους στις γωνιές των σταυροδρομιών και τις πλατείες. Αυτά τα ανθοπωλεία κάνουνε «χρυσές» δουλειές. Τα παράθυρα των σπιτιών, κι αν έχουνε κάποτε σπασμένα τα τζάμια τους· και τα μπαλκόνια αν έχουνε λειψά τα κάγκελά τους, όμως έχουνε πολύ συχνά τις γλάστρες τους. Με λίγα λουλούδια ο εργάτης δίνει στο στενόχωρο δωμάτιό του την άπλα της Άνοιξης. Και με δυο γαρούφαλα… παντρεύεται!


Και αλλού:


Η Μόσχα έχει πιότερα βιβλιοπωλεία από μπακάλικα και δεν έχει σκυλιά και γάτες…